Ποντιακά όργαγα

Τα μουσικά όργανα που υπήρχαν στον Πόντο ήταν:

1.    Ο κεμεντζές

2.    Η ζουρνά ή ο ζουρνάς
3.    Αγγείον ή τουλούμ’ ζουρνά
4.    Χειλιαύρι(ν) ή Χειλιαύλι(ν)- (χιλίαυλος)
5.    Ταούλ (νταούλι)

1. Ο κεμεντζές

Ο κεμεντζές ή η κεμεντζέ είναι το βασικότερο μουσικό όργανο των Ποντίων. Σύμφωνα με τον Παύλο Χαιρόπουλο η καταγωγή του κεμεντζέ ανάγεται στην Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο και στην Ελλάδα.Στην Περσία υπήρχε ένα όργανο με την ονομασία «καμάντζια«, όπως και στον Καύκασο με το όνομα «καμάντσιες«. Ίσως από τις ονομασίες αυτές να προέρχεται το« κεμεντζέ` `ή `κεμεντσέ`.Σε μια επίσκεψή μου στο μουσείο λαϊκών οργάνων στο Νέο Δελχί της Ινδίας , είδα τρεις λύρες που έμοιαζαν με την ποντιακή , σε μεγαλύτερο μέγεθος , με χορδές από έντερα ζώων όπως ήταν αρχικά οι χορδές στον Πόντο. Φαίνεται ότι το όργανο αυτό ήταν διαδομένο στην περιοχή.

Η κατασκευή της στον Πόντο γινόταν συνήθως από ξύλο δαμασκηνιάς (κοκίμελον), το οποίο έκοβαν αρχές φθινοπώρου για να μην έχει πολλή υγρασία.Ο κορμός δεν έπρεπε να έχει ρόζους ή σχισίματα. Το έβαζαν μέσα σε χωνεμένη κοπριά για να ξεραθεί τελείως ώστε να μην σκάσει και το άφηναν πολλή καιρό , έως και δύο χρόνια.

Ώστε να ξεραθεί καλά. Χρησιμοποιούσαν το ξύλο δαμασκηνιάς γιατί είναι σκληρό και δεν επηρεάζεται εύκολα από την υγρασία. Χρησιμοποιούσαν και άλλα ξύλα, όπως ο κισσός. Στον ελλαδικό χώρο, όπου το κλήμα είναι πιο ξηρό, χρησιμοποιούν και άλλον ειδών ξύλα, τα οποία συνήθως λουστράρουν.

Αυτό το ξύλο το επεξεργάζονταν συνήθως οι ίδιοι οι λυράρηδες, στρογγυλεύοντας εσωτερικά τις γωνίες του σκάφους για να ανακλάται ο ήχος προς τα έξω. Γι’ αυτό λένε ότι οι μονοκόμματες λύρες παίζουν καλύτερα. Βεβαίως έχει αλλάξει η τεχνική κατασκευής – τώρα η λύρα για ευκολία γίνεται κομματιαστή, οπότε μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορα είδη ξύλου.Η μορφή της λύρας είναι φιαλόσχημη  και αποτελείται από τα εξής μέρη:

 

      1.    Το κιφάλ’(κεφαλή)
      2.    Τα ωτία (αυτιά,χορδοδέτες,τρία στον αριθμό,όσα και οι χορδές)
      3.    Η γούλα (λαιμός)
      4.    Η γλώσσα ή σπαρέλ’ ή σπαλέρ’
      5.    Τα τρυπία (τρύπες ,4 στο καπάκι,2 στο επάνω μέρος και 2 κάτω, δεξιά και αριστερά από τις χορδές).
      6.    Τα μάγ’λα (μάγουλα,έχουν δύο τρύπες , μία στα επάνω και μία στο κάτω μέρος)
      7.    Το καπάκ’(καπάκι)
      8.    Η ράχια (ράχη)
      9.    Ο γάιδιαρον (επάνω του ακουμπούν οι χορδές)

 

      10.    Τα κόρδας (χορδές).Αρχικά ήταν αποξηραμένα έντερα ζώου, έπειτα έγιναν μεταξωτές και από το 1920 μεταλλικές.
      11.    Τα ρωθώνια ή σκωλέκια (ρουθούνια ή σκουλήκια)
      12.    Το παλληκάρ’ (παλικάρι) το οποίο χρησιμεύει για να στερεώνονται οι χορδές.
    13.    Το στουλάρ’, είναι το ξύλο που βρίσκεται μέσα στο σκάφος της λύρας. Από τη μία πλευρά ακουμπάει στην πλάτη και από την άλλη στο καπάκι, από τα δεξιά πλευρά, όπως βλέπουμε τη λύρα, κάτω ακριβώς από τον «γάιδαρο» και δίπλα από το δεξί «ρουθούνι», συνήθως στο μέσον, ώστε να ξεχωρίζει τις ψιλές φωνές από τις χαμηλές(ζιλ-καπάν).Το μέγεθος της λύρας (κεμεντζέ) ήταν συνήθως 45-60 εκατοστά . Από το λαιμό (γούλα) μέχρι το σημείο όπου τοποθετείτο ο γάιδαρος ήταν τα δύο τρίτα του μεγέθους της λύρας χωρίς το κεφάλι, το δε πλάτος της ήταν 7-11 εκατ., όσο ήταν και το μέγεθος του λαιμού.Στην περιοχή της Ματσούκας
(Τραπεζούντα) συναντάμε τις πιο μακρόστενες και υψίφωνες (ζιλ) λύρες του Πόντου. Οι χορδές της είναι συνήθως μια Σι κιθάρας (0,14)και δυο Λα βιολιού.Παίζονται με το τοξάρ’(δοξάρι),που παλαιότερα είχε τρίχες ουράς αρσενικού αλόγου, ώστε να μην είναι καμένες από τα ούρα. Κουρδίζεται πάντα κατά τέταρτες καθαρές. Η κεμεντζέ παίζεται συνήθως μόνη της και σε κλειστούς χώρους. Στους ανοιχτούς μπορούσαν να παίζουν δύο και περισσότερες κεμεντζέδες μαζί, χρησιμοποιώντας καμιά φορά σαν όργανο συνοδείας το νταούλι.

 

Τρόποι παιξίματος της ποντιακής λύρας

Η ποντιακή λύρα είναι από τα λίγα αυτοσυνοδευόμενα μουσικά όργανα. Τα κύρια χαρακτηριστικά της ακούσματα είναι: τα διαστήματα της 4ης και 5ης καθαρά, συνοδευόμενα από τρίλιες. Τα διαστήματα είναι αρμονικά και σε ορισμένες περιπτώσεις μελωδικά. Στα αρμονικά διαστήματα ο ισοκράτης είναι εναλλασσόμενος, ενώ στα μελωδικά είναι συνεχόμενος. Στην δεύτερη περίπτωση έχουμε, εκτός από τα προαναφερθέντα διαστήματα 4ης και 5ης καθαρά, και τα διαστήματα 6ης μικρής και μεγάλης 7ης ελαττωμένης και 8ης καθαρά. Τα διαστήματα, λόγω της ιδιομορφίας της ποντιακής μουσικής, έχουν πολλές φορές ηχομοριακή αλλοίωση.

      1.    1.Η ποντιακή λύρα είναι η μοναδική που παίζεται με την ψίχα των δακτύλων, και όχι με το νύχι όπως η κρητική, η πολιτική, η θρακιώτικη, η νησιώτικη κ.α.
      2.    1.Ο κύριος τρόπος παιξίματος είναι διπλόχορδος (δάκτυλα και δοξάρι)που θεωρείται και ο γνησιότερος. Σε αυτήν την περίπτωση η μία χορδή δίνει τη μελωδία και η άλλη τη συνοδεία, δημιουργώντας έτσι τα μουσικά διαστήματα που αναφέραμε παραπάνω.
      3.    1.Ο μονόχορδος τρόπος, ο οποίος χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: α) το μονόχορδο παίξιμο με το δοξάρι, ενώ τα δάχτυλα πατάνε δύο χορδές ταυτόχρονα, απομονώνοντας τη δεύτερη που δημιουργεί τον ισοκράτη. Β) η κλασική μονοχορδία, όπου δάχτυλα και δοξάρι παίζουν μία χορδή. Η διαφορά των δύο παραπάνω είναι στο ηχόχρωμα.

 

      Τρόποι χορδίσματος
      1.    1.Το χόρδισμα της ποντιακής λύρας είναι σε διαστήματα 4ης καθαρά(κλασικός τρόπος)π.χ.πρώτη χορδή Λα(Ζιλ), δεύτερη χορδή Μι(Μεσαία), Τρίτη χορδή Σι(Καπάν).
      2.    1.Μίμηση του αγγείου ή τουλούμ(γκάιντας):Πρώτη χορδή Λα(Ζιλ), δεύτερη χορδή Λα(Μεσαία) ταυτόχρονα με την πρώτη, Τρίτη χορδή Μι(Καπάν).
      3.    1.Πρώτη χορδή Λα(Ζιλ), δεύτερη χορδή Μι(Μεσαία), Τρίτη χορδή Μι(Καπάν) ταυτόχρονα με τη δεύτερη.
      4.    1.Πρώτη χορδή Λα(Ζιλ), δεύτερη χορδή Μι(Μεσαία), Τρίτη χορδή Λα(Καπάν) ογδόη χαμηλότερα.

 

Λυράληδες

Παραθέτουμε εδώ τα ονόματα των πιο γνωστών ταλαντούχων λυράρηδων, διακρίνοντάς τους από απόψεως ηλικίας σε πέντε ομάδες.

 

ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ

 

      1) Σταύρης Πετρίδης, από το χωριό Φαντάκ της Τραπεζούντας
      2) Σαββέλης Γιακουστίδης, από την Ίμερα
      3) Παναγιώτης Κτενίδης, ο Πάντζον ο Κοιλαδέτες
      4) Ηλίας Λαζαρίδης, από το Αλήσοφι Καρς
      5) Παύλος Στεφανίδης, από τη Μούζενα
      6) Ιωάννης Τσορτανίδης (Τσορτανίκας), από τη Σάντα
      7) Νικόλαος Προκοπίδης, από την Άτρα της Αργυρούπολης
      8) Γερίκας Χρυσοστομίδης, από τη Μούζενα
      9) Αγαθοκλής Σελαλίδης, από την Ορντού
      10) Χρήστος Σημαιοφορίδης (ο Μαϊραχτάρτς), από την Κρώμνη
      11) Αποστολίκας Αθανασιάδης, από τη Ματσούκα
      12) Ιωάννης Μαχαιρόπουλος (ο Χαντζάρτς), από τη Μούζενα
      13) Σάββας Ιωσηφίδης, από το Ατάπαζαρ
      14) Δήμος Ουσταμπασίδης (Δήμον ο Βελβελές), από την Κρώμνη
      15) Δημήτριος Αμοιρίδης (Αμοιρόγλης), από την Τραπεζούντα
      16) Παύλος Μουρατίδης, από το Κιουλεπέρτ του Αρταχάν
      17) Παύλος Ιωαννίδης, από το Καρς
      18) Ιωάννης Παναγιωτίδης (ο Βρίγκον), από το Λυκάστ’ Αργυρούπολης
      19) Ιωάννης Αδαμίδης, από την Άτρα Αργυρούπολης
      20) Ευστάθιος Γουλτίδης, από το Παντζαρότ’ του Καρς
      21) Νικόλαος Χαλυβόπουλος, από τη Ματσούκα
      22) Ιωάννης Αθανασιάδης (ο Καλομύτς), από την Τραπεζούντα
      23) Θεόδωρος Καραγιαννίδης (ο Πάτσον) από την Κιόλα του Καρς
      24) Παναγιώτης Κυριαζής (ο Ξυμύτς), από την Κρώμνη.
      25) Στυλιανός Καρολίδης (ο Τσαλπούρτς), από το Γιαλαγούτσαμ Καρς
      26) Ναθαναήλ Παπακοσμίδης (ο Χατζήκας), από την Κρώμνη

 

Ο Ναθαναήλ Παπακοσμίδης (Χατζήκας)-από το χωριό Σαμανάντων της Κρώμνης(1890-1955),λυράρης της Λέσχης Ποντίων Ν.Καβάλας απο το 1950 έως το 1954.Στην πρώτη φωτογραφία πρώτος από αριστερά με το Δ.Σ. της Λέσχης Ποντίων Ν.Καβάλας το έτος 1951.
      27) Κωνσταντίνος Τσαλικίδης (ο Τσαλίκτς), από την Κούτουλα της Ματσούκας
      28) Ανδρέας Κουγιουμτζίδης, από το Κιουλεπέρτ Αρταχάν
      29) Βασίλειος Κουσίδης, από το Αγουρζενόν Ματσούκας
      30) Λάζαρος Νικολαΐδης, από το Αζάτ Καρς
      31) Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης, από τη Ρωσία
      32) Χρήστος Χονδρόπουλος, από τη Ρωσία
      33) Τριαντάφυλλος Χριστοδουλίδης, από την Αργυρούπολη
      34) Δημήτριος Σιαμίδης (ο Σαμάλογλης), από τα Μεσαρέας Τραπεζούντας
      35) Λάζαρος Σελαλίδης, από την Ορντού
      36) Σπύρος Τανιμανίδης, από την Ίμερα
      37) Θεόδωρος Χειμωνίδης, από τη Σάντα
      38) Μιλτιάδης Μπαλτατζής, από την Ίμερα
      39) Γεώργιος Αδαμίδης, από την Κιόλα του Καρς
      40) Γερίκας Μαυρόπουλος (ο Γάραλης), από την Κρώμνη
      41) Νίκος Παπαβραμίδης, από την Κρώμνη
      42) Κωνσταντίνος Κηρυκόπουλος (Βαϊζόγλης), από το Καπίκιοϊ Ματσούκας
      43) Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, από τα Πλάτανα
      44) Θεόδωρος Ιωαννίδης (ο Τότον), από το Τσαπίκ του Καρς
      45) Χαράλαμπος Παταρίδης (ο Πάταρον), από την Άνω Ματσούκα
      46) Πορφύριος Πορφυριάδης (ο Πύλον), από τη Βαρενού
      47) Γιάννης Παζίδης από την Κιόλα του Καρς
ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΑΔΑ

Περιλαμβάνει η ομάδα αυτή λυράρηδες που γεννήθηκαν άλλοι στον Πόντο και άλλοι στην Ελλάδα, στο χρονικό διάστημα 1910-1930. Αντάξιοι συνεχιστές άξιων λειτουργών της ποντιακής μούσας, στο χώρο της Ελλάδας.

 

      1) Γώγος Πετρίδης, Τραπεζούντα- Καλαμαριά
      2) Χρήστος Αϊβαζίδης (ο Αϊβάης), Αργαλί Τραπεζούντας-Κολχικό Λαγκαδά
      3) Στύλλος Ταρατσίδης, Κουνάκαλ’ Άνω Ματσούκας-Βέροια
      4) Κλεάνθης Κουσίδης, Ρωσία-Κιλκίς
      5) Μήτας Ταυρίδης, Ρωσία-Λαγκαδάς
      6) Ευθύμιος Τριανταφυλλίδης, Κιόλα Καρς- Κιλκίς
      7) Ιωάννης Γιακουστίδης, Ίμερα-Καλαμαριά
      8) Σαμψών Καράϊλανίδης, Άγιος Παντελεήμων Κιλκίς
      9) Στάθης Αμαραντίδης (Σουμούλτς), Άνω Ματσούκα-Καπνοχώρι Κοζάνης
      10) Ηλίας Μαυρόπουλος, Καλλιθέα Αθηνών
      11) Αλέκος Αλβερατσίδης, Άγιος Αντώνιος Κιλκίς
      12) Παντελίκας Σεβαστίδης, Νέα Σάντα Κιλκίς
      13) Στάθης Βενιαμίδης, Ροδοχώρι Νάουσας
      14) Αλέκος Ακριβόπουλος, Παλατίτσια Βέροιας
      15) Ηλίας Σεβαστόπουλος, Γέιτσα Καρς-Μελβούρνη Αυστραλίας
      16) Ανέστης Αϊβαζίδης, Κολχικό Λαγκαδά
      17) Κωστίκας Κωνσταντινίδης, Ρωσία-Θεσσαλονίκη
      18) Αναστάσιος Λαζαρίδης, Αλήσοφι Καρς-Μαυροπηγή Πτολεμαΐδας
      19) Παναγιώτης Παπακοσμίδης, Καλαμαριά
      20) Ισαάκ Χρυσανθόπουλος, Πολυδέντρι Λαγκαδά
      21) Κωνσταντίνος Ποτσίδης, Πολύμυλο Κοζάνης
      22) Κόλλιας Κρουκλίδης, Κουμπάν Ρωσίας-Πολύκαστρο Κιλκίς
      23) Γιάννης Μωυσίδης, Πολυδέντρι Λαγκαδά
      24) Ανέστης Αθανασιάδης, Κιλκίς
      25) Κωνσταντίνος Κυριαζής, Ξηρόβρυση Κιλκίς
      26) Βασίλειος Παπαδόπουλος, Ρωσία-Λαγκαδάς
      27) Σωκράτης Παυλίδης, Τέρπυλλος Κιλκίς
      28) Κωνσταντίνος Παγκοζίδης, Κοιλάδ’ Τραπεζούντας-Γερακαρού Λαγκαδά
      29) Κωνσταντίνος Τιτόπουλος, Γερακαρού Λαγκαδά
      30) Ηλίας Κεμεντζετσίδης, Κρύα Βρύση Γιαννιτσών
      31) Στάθης Πορφυρίδης, Ξηρόβρυση Κιλκίς
      32) Γεώργιος Αμβροσιάδης, Πανόραμα Θεσσαλονίκης
      33) Δημήτριος Παπαδόπουλος, Καρς-Πτολεμαΐδα
      34) Παύλος Τορνικίδης  Μαυρολεύκη  Δράμας(1922-2000)
Ο Τορνικίδης Παύλος (1922-2000) με τους γονείς του Μιχαήλ (1898-1950) και Σοφία (1900-1982)

35) Χαράλαμπος Πατουλίδης, Άγουρσα Ματσούκας, Περιθώρι Δράμας
36) Γεώργιος Φωκάς, Χέρσο Κιλκίς

 

ΤΡΙΤΗ ΟΜΑΔΑ

 

Οι λυράρηδες αυτής της ομάδας γεννήθηκαν μετά το 1930. Οι περισσότεροι από αυτούς γαλουχήθηκαν με την ποντιακή παράδοση μέσα στο οικογενειακό τους περιβάλλον.

1) Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης, Κρύα Βρύση Γιαννιτσών
2) Γιωργούλης Κουσίδης, Μαυροράχη Λαγκαδά
3) Παναγιώτης Ασλανίδης, Καλαμαριά
4) Γιώργος Αμαραντίδης (Σουμουλίκας), Καπνοχώρι Κοζάνης
5) Νίκος Τσαλικίδης, Μαυροράχη Λαγκαδά
6) Νίκος Ιωαννίδης, Αμμοχώρι Φλώρινας
7) Τάκης Ιωαννίδης, Φλώρινα
8) Ζωή Καραγιαννίδου, Τριάδι Σερρών
9) Κωστίκας Τσακαλίδης, Σκαλωτή Δράμας (αείμνηστος)

 


Ο Κωστίκας Τσακαλίδης (1932-1982)
      10) Γιάννης Βλασταρίδης (Τσανάκαλης), Καλαμαριά
      11) Χρήστος Καρυπίδης, Αρσένι Σκύδρας
      12) Χρήστος Χρυσανθόπουλος, Κ. Γραμματικό Έδεσσας
      13) Πολυχρόνης Αϊβαζίδης, Κολχικό Λαγκαδά
      14) Γεώργιος Τουλγαρίδης, Γιαννιτσά
      15) Φιλάρετος Μαυρόπουλος, Επισκοπή Νάουσας
      16) Τάσος Αθανασιάδης, Κατωχώρι Καβάλας
      17) Δαμίκος Ιωσηφίδης, Καλαμαριά
      18) Κωστάκης Πετρίδης, Καλαμαριά
      19) Ανέστης Μωυσίδης, Πολυδέντρι Λαγκαδά
      20) Ανδρέας Κουγιουμτζίδης, Νεάπολη Θεσσαλονίκης
      21) Δημήτριος Κουγιουμτζίδης, Νέα Ζωή Έδεσσας
      22) Αρχιμήδης Γεωργιάδης, Γεωργιανοί Βέροιας.

 

ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΑΔΑ

Οι λυράρηδες αυτής της ομάδας γεννήθηκαν μετά το 1950.

1) Θόδωρος Βεριώτης (Ελευθερίου), Βέροια2) Μιχάλης Καλιοντζίδης, Διπόταμος, Καβάλα

Μιχάλης Καλιοντζίδης (1960-)

3) Αντρέας Κιουμτζίδης, Συκιές Θεσσαλονίκης

4) Ανέστης Μωυσής, Πολυδέντρι Λαγκαδά5) Αντώνης Παπαδόπουλος, Αμφίπολη Σερρών6) Κωστάκης Πετρίδης, Καλαμαριά Θεσσαλονίκης7) Σάββας Πετρίδης, Καλαμαριά Θεσσαλονίκης8) Σταύρης Πετρίδης (μικρός), Αμερική9) Κώστας Σιαμίδης, Τούμπα Θεσ/νίκης

ΠΕΜΠΤΗ ΟΜΑΔΑ

Οι λυράρηδες αυτής της ομάδας γεννήθηκαν μετά το 1970.

      1) Γιώργος Ατματζίδης, Λαύριο Αθηνών
      2) Λάζος Ιωαννίδης, Λευκώνα Σερρών
      3) Δημήτρης Καρασαββίδης, Αχαρνές Αθηνών
      4) Φίλιππος Κεσαπίδης, Σταυρούπολη Θεσ/νίκης
      5) Μπάμπης Κεμανατζίδης, Δάφνη Γιαννιτσών
      6) Παναγιώτης Κογκαλίδης, Μηλοπόταμος Δράμας
      7) Θόδωρος Κοτίδης, Πολίχνη Θεσσαλονίκης
      8) Φάνης Κουρουκλίδης, Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης
      9) Ματθαίος (Μακούλης) Τσαχουρίδης, Βέροια
      Ο Ματθαίος Τσαχουρίδης
      10) Νίκος Μιχαηλίδης, Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης
      11) Δημήτρης Πιπερίδης, Νέα Σάντα Κιλκίς
      12) Γιώργος Πουλαντζακλής, Πολίχνη Θεσσαλονίκης
      13) Στέλιος Χαλκίδης, Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης
      14) Στάθης Ι. Ευσταθιάδης

 

Βιογραφίες λυράρηδων*

Ασλανίδης, Παναγιώτης (1947- ). Λυράρης. Κρωμναίος στην καταγωγή, γεννήθηκε στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Στα 13 του χρόνια άρχισε να παίζει λύρα κοντά στο δεξιοτέχνη της λύρας Γώγο Πετρίδη και στον επίσης μεγάλο δημιουργό έντεχνης ποντιακής μουσικής Γιάννη Βλασταρίδη, το γνωστό Τσανάκαλη. Έχοντας από τη φύση του ένα εκρηκτικό ταμπεραμέντο στη λύρα και στο χορό και μαθητεύοντας κοντά σε τέτοιους δασκάλους, έδωσε στη λύρα ένα ρυθμικό παλμό εντονότερο από οποιονδήποτε άλλο λυράρη που εκτελεί χορευτικά κομμάτια. Από το 1965 έπαιξε σε πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές ως συνεργάτης των Πετρίδη, Ιωσηφίδη, Εφραιμίδη, Σαχινίδη κ.ά. Η πρώτη του δημόσια εμφάνιση έγινε το 1967 συνοδεύοντας το Χρύσανθο Θεοδωρίδη. Το 1974 έκανε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά με τον τίτλο Ποντιακοί Αντίλαλοι Νο1 όπου συνόδεψε τον Δραμινό Παυλάκη, την Γιώτα Παπαδοπούλου και τον Τάκη Παπαδόπουλο. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ηχογράφησε συνολικά 10 LP και 20 CD. Έχει συνεργαστεί επαγγελματικά και δισκογραφικά με τους περισσότερους από τους παλιούς και σ νους επαγγελματίες τραγουδιστές.
Βλασταρίδης, Γιάννης (Τσανάκαλης) (1931-2001). Συνθέτης, ποιητής, λυράρης, τραγουδιστής. Γεννήθηκε το 1931 στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Μεγάλωσε έχοντας ζήσει δίπλα στο Σταύρη και το Γώγο Πετρίδη, παίρνει έτσι τα πρώτα μαθήματα παράδοσης από τους καλύτερους αντιπροσώπους του είδους.Ο Τσανάκαλης λειτουργεί όχι μόνο ως πολύ καλός λυράρης-εκτελεστής αλλά και ως στιχουργός και συνθέτης. Αυτή η πλευρά του ταλέντου του δημιουργεί σύγχυση σε διάφορους ποντιακούς κύκλους, παρεξηγώντας και κρίνοντάς το ως απόκλιση από τα παραδοσιακά ποντιακά ακούσματα σε κάποιους δίσκους αλλά και κομμάτια του.Από αυτούς ξεχωρίζει ο δίσκος Τσανάκαλης-international», στον οποίο ο Τσανάκαλης, που έχει μεγάλη αίσθηση του χιούμορ, κατά πάσα πιθανότητα με τον τρόπο αυτό αντιδρούσε στην παγκοσμιοποίηση. Ενώ το τραγούδι του «Η μάνα εν κρύον νερόν», που έγινε το πιο γνωστό από όλα τραγούδια με ποντιακό στίχο και σε μη ποντιακούς κύκλους, κατακρίνεται στην ουσία για τη διαφορετικότητά του από ήδη γνωστά παραδοσιακά ακούσματα. Η διαφορετικότητά του οφείλεται στο γεγονός ότι το τραγούδι του είναι ένα είδος έντεχνης ποντιακής μουσικής που συνδυάζει στοιχεία της παραδοσιακής ποντιακής μουσικής με την ευρωπαϊκή ή και βυζαντινή. Για το στίχο του τραγουδιού μπορούμε να πούμε ότι χάρη στα ωραία μηνύματά του φτάνει στις καρδιές πολλών ανθρώπων.

Στην περίπτωση του Τσανάκαλη, Θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε όλη την πλούσια παραγωγικότητά του και την κατάθεση με προσωπικά τραγούδια όχι μόνο χάρη του εκρηκτικού ταλέντου του αλλά και ως ανάγκη να εκφραστεί έστω με τον τρόπο του για τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Επίσης, νομίζω, ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο και ότι αυτός πια λειτουργούσε ως επαγγελματίας μουσικός του ποντιακού πενταγράμμου και αυτό τον ανάγκαζε συνέχεια να βρίσκει και να αναπαράγει καινούριες ιδέες για την πλούσια δισκογραφία του. Έχει βγάλει γύρω στους 15 μεγάλους δίσκους.Ο Τσανάκαλης μπορεί να θεωρηθεί ως πρωτοπόρος δημιουργός των μελωδιών όπως «Η μάνα εν κρύον νερόν, «Οι κεμεντζετσίδες» κ.ά. που τραγούδιουνται από τους Ποντίους και μη.

Γιακουστίδης Σαββέλης. Λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στην Ίμερα του Πόντου, το 1880, και πέθανε στην Ελλάδα, το 1934. Απέδιδε τα ποντιακό παραδοσιακό τραγούδι με ιδιόρρυθμο και εντυπωσιακό τρόπο. Ήταν ασύγκριτος προπάντων ως λυράρης στους χορευτικούς σκοπούς. Ώρες ολόκληρες έπαιζε όρθιος στη μέση του κύκλου, όπου χόρευαν συνήθως δεκάδες χορευτές, τους οποίους συντόνιζε υποδεικνύοντάς τους συχνά τα τυχόν λάθη τους, Ο Σαββέλης ήταν λυράρης μεγάλης αντοχής. Πολλοί άλλοι λυράρηδες, μεταξύ τους και ο Σταύρης Πετρίδης, έλεγαν γι’ αυτόν χαρακτηριστικά: Τον Σαββέλην σο ποδάρ’ κανείς ‘κι εφτάν’ ατον, δηλαδή είναι άφθαστος ως λυράρης στο στήσιμο χορού. Επιπλέον ο Σ. Γιακουστίδης σύντασσε δίστιχα, με αληθινή ποιητικότητα και κατασκεύαζε εξαιρετικές λύρες, μιας και ήταν άλλωστε ξυλογλύπτης και επιπλοποιός.
(του Στάθη Ευσταθιάδη)

Γώγος Πετρίδης (1917-1984). Λυράρης. Γεννήθηκε στην Όλασσα Τραπεζούντας του Πόντου, άλλα μεγάλωσε και ωρίμασε στην Ελλάδα (στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης). Ήταν γιος του Σταύρη Πετρίδη, ενός από τους πιο διάσημους λυράρηδες και τραγουδιστές του Πόντου. Αυτός όχι μόνο συνέχισε τις παραδόσεις του πατέρα του αλλά εμποτισμένος πια με τα ακούσματα της Ελλάδας ανέβασε τεχνικά την ποντιακή λύρα στα ύψη. Είχε από τη φύση του εξαιρετικά μουσικά χαρίσματα και απορροφούσε όλα τα μηνύματα από την ποντιακή παράδοση.

Παράλληλα με τη λύρα, έπαιζε καταπληκτικά και το μπουζούκι. Η δεξιοτεχνία του στη λύρα και η ικανότητά του να «περνάει» μέσα στη λύρα όλα τα γύρω του ακούσματα διεύρυνε τους ορίζοντες για τη χρήση του οργάνου αυτού. Το άνοιγμα του Γώγου Πετρίδη αφορούσε όχι μόνο τις τεχνικές της λύρας αλλά και το ρεπερτόριό της. Αυτός έπαιζε πάνω στη λύρα και άλλα είδη μουσικής, όπως λαϊκή, ευρωπαϊκή, δημοφιλείς χορούς της εποχής κ.ά. Αυτά τα ανοίγματα του Γώγου Πετρίδη στα μη ποντιακά ακούσματα έχουν παρεξηγηθεί από μερικούς ως αλλοίωση της παράδοσης και του παραδοσιακού τρόπου χρήσης της ποντιακής λύρας.

Στα χρόνια της ωρίμανσής του ως μουσικού, από τη δεκαετία του 1950 και μετά, στην Ελλάδα άρχιζε να ακούγεται η ποντιακή μουσική πρώτα από το ραδιόφωνο και, αργότερα, στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης με το βασικό μουσικό όργανο, λύρα του Πόντου. Σ’ αυτά δημιουργήθηκαν οι πρώτοι επαγγελματίες Πόντιοι καλλιτέχνες και ο Γώγος Πετρίδης σ’ αυτό ήταν πρωτοπόρος. Αυτή η δουλειά είχε τις προκλήσεις της: για την ικανοποίηση των γούστων των πελατών των νυχτερινών μαγαζιών χρειαζόταν εκτός του ποντιακού ρεπερτορίου να παίζονται κατά παραγγελία και γνωστά κομμάτια της εποχής, ευρωπαϊκά βαλς και ταγκό, μπουζουκοτράγουδα (ζεϊμπέκικο και χασαποσέρβικο) και πολλά άλλα. Ο Γώγος Πετρίδης ήταν ο πρώτος που χάρη του ταλέντου του έκανε αυτό το άνοιγμα από τη μία, ικανοποιώντας τους πελάτες των μαγαζιών, αλλά από την άλλη αποδεικνύοντας τις άγνωστες μέχρι στιγμής δυνατότητες της ποντιακής λύρας. Εξασκώντας πια το επάγγελμα του μουσικού ποτέ δεν ξεχνούσε της ρίζες του παίζοντας τη δημώδη παράδοση του Πόντου σε γάμους και πανηγύρια. Επίσης, συνεργαζόταν και με συλλόγους.Οι επίσημες εκτελέσεις του Γώγου Πετρίδη σε δίσκους είναι λίγες αλλά κυκλοφορούν δεκάδες ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις του σε ιδιωτικές συλλογές των θαυμαστών του.

Η βασική πηγή γι’ αυτές τις συλλογές ήταν οι ραδιοφωνικές εκπομπές της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης.Η συμβολή του στη διατήρηση αλλά πιο πολύ στην ανάπτυξη των τεχνικών της λύρας του Πόντου θεωρείται ανεκτίμητη. Οι ανεξάντλητοι αυτοσχεδιασμοί του μέσα στα πλαίσια της ποντιακής μουσικής θα μπορούσαν να συγκριθούν με το μεγαλείο των αυτοσχεδιασμών του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στην ευρωπαϊκή μουσική, ενώ οι εξαίρετες αποδόσεις του στην τεχνική του οργάνου και οι τεχνικές επεμβάσεις του είναι κάτι παρόμοιο με τα επιτεύγματα ενός άλλου μεγάλου Ευρωπαίου μουσικού, του Νικολό Παγκανίνι στο βιολί. Ο δρόμος αυτός της ανάπτυξης των τεχνικών της λύρας μέσω του εμπνευσμένου ταλέντου του Γώγου Πετρίδη δίνει τροφή για τις επόμενες γενιές των λυράρηδων και δημιουργεί εκατοντάδες συνεχιστές. Δίκαια ο αείμνηστος τραγουδιστής Χρύσανθος τον ονομάζει «πατριάρχη της λύρας (του Πόντου)». Στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης έχει στηθεί η προτομή του.(του Παύλου Ι. Τσακαλίδη)

Ιωαννίδης Νίκος (1941- ). Δεξιοτέχνης λυράρης της σχολής Γώγου Πετρίδη, του επονομαζόμενου πατριάρχη της λύρας. Γεννήθηκε στο Αμμοχώρι της Φλώρινας από γονείς που έλκουν την καταγωγή τους από την Τσιμερά της Χαλδίας του Πόντου, ο πατέρας, και την Δανίαχα της Ματσούκας του Πόντου η μητέρα του. Από πολύ μικρός γοητεύθηκε και μυήθηκε στα μυστικά της λύρας. Η πρώτη του δημόσια παρουσία έγινε μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού της Φλώρινας στην εβδομαδιαία εκπομπή της Ευξείνου Λέσχης Φλώρινας όπου έπαιζε και τραγουδούσε παραδοσιακούς σκοπούς του Πόντου σε νεαρή ηλικία, γεγονός που τον έκανε γνωστό και τον καθιέρωσε σε ολόκληρη τη δυτική Μακεδονία. Το μεταναστευτικό ρεύμα της δεκαετίας του 1960 τον έφερε στη τότε Δυτική Γερμανία, όπου όμως δεν παρέμεινε για πολύ καιρό. Το έτος 1967 αποδέχτηκε πρόταση για συνεργασία με το μεγάλο Πόντιο τραγουδιστή Χρύσανθο Θεοδωρίδη. Η καθιέρωσή του πλέον ως μεγάλου λυράρη και τραγουδιστή σε όλο τον ποντιακό χώρο είναι δεδομένη. Συνεργάζεται με όλους τους επώνυμους καλλιτέχνες, όπως Χρύσανθο Θεοδωρίδη, Θόδωρο Παυλίδη, Στάθη Νικολαϊδη, Ισαάκ Τηλικίδη, Γιώτα Παπαδοπούλου και πολλούς άλλους. Έπαιξε κατά καιρούς σε όλα σχεδόν τα ποντιακά κέντρα της Θεσσαλονίκης. Κυκλοφόρησε 10 μεγάλους και 15 μικρούς δίσκους με παραδοσιακά τραγούδια και τελευταία άλλα 5 CD με θεματολογία, πάντα, τους καημούς, τις χαρές και τις λύπες του ποντιακού ελληνισμού. Είναι παντρεμένος με την Ευστρατία Καρακουζίδου με την οποία έκανε δύο παιδιά, το Γιάννη και το Γώγο, που βαδίζει πιστά πάνω στα χνάρια του πατέρα του. Θεωρείται, δίκαια, στυλοβάτης της παράδοσης και ένας από τους σημαντικότερους λυράρηδες που έχει να επιδείξει ο ποντιακός χώρος.

Ιωσηφίδης, Δάμος (Αδάμ) (1932- 2006). Λυράρης και τραγουδιστής, από τους πιο διακεκριμένους. Γεννήθηκε στο χωριό Πολυδένδρι Λαγκαδά, από γονείς πρόσφυγες από το χωριό Τσιμερά της Αργυρούπολης του Πόντου. Τα πρώτα του ακούσματα στη λύρα ήταν από τον Σταύρη Πετρίδη στο καφενείο του πατέρα του Ηλία, στο Πολυδένδρι.Ο παππούς του Δάμου, ο Αρίστος Ιωσηφίδης, ήταν σπουδαίος λυράρης στον Πόντο, γνωστός με το όνομα Μπαρμπαρίστος.Το 1945, η οικογένεια του Ηλία Ιωσηφίδη μετοίκησε στην Καλαμαριά. Εκεί, έφηβος πια, ο Δάμος δέχθηκε ως δώρο μια λύρα από κάποιον οικογενειακό φίλο. Επί ώρες έπαιζε λύρα, για να μάθει να παίζει και να τραγουδάει τα τραγούδια που άκουγε από μικρός.Ο Δάμος έπαιξε μαζί με το Γώγο Πετρίδη στο κέντρο διασκέδασης της εποχής «Μπουάτ» και κατόπιν ήταν ο λυράρης του χορευτικού τμήματος της Αδελφότητας Κρωμναίων Καλαμαριάς. Συνεργάστηκε, επίσης, με το Χρήστο Χρυσανθόπουλο, το Χρήστο Παπαδόπουλο και άλλους.

Κλεάνθης Κουσίδης. Λυράρης. Γεννήθηκε στη Ρωσία, το 1922, και πέθανε στο Κιλκίς, το 1981. Ήταν εξαίρετος λυράρης. Έπαιζε με ιδιαίτερη επιδεξιότητα ποντιακούς σκοπούς διάφορων περιοχών της Ρωσίας. Έπαιζε και άλλα μουσικά όργανα (όχι βέβαια όπως τη λύρα), βιολί, ακορντεόν και κλαρίνο. Με τη λύρα απέδιδε με τρόπο εντυπωσιακό ευρωπαϊκούς και ρώσικους σκοπούς. Σπάνια τραγουδούσε ποντιακά, αλλά όταν το έκανε ακολουθούσε το πνεύμα της παράδοσης. Ήταν εύθυμος άνθρωπος, ανιδιοτελής καλλιτέχνης, διακρινόμενος για το σκωπτικό του πνεύμα, που με την υπερβολή του συχνά θύμιζε την τολμηρή σάτιρα των αρχαίων Ελλήνων.

Λαζαρίδης, Αναστάσιος. Ένας από τους μεγάλους δεξιοτέχνες της ποντιακής λύρας, γνωστός ως Αναστάσης ο Ακούραστος. Ο χαρακτηρισμός του αυτός οφείλεται στο ότι ο εξαίσιος αυτός λυράρης κρατούσε τη λύρα του μετέωρη, χωρίς να την ακουμπάει ή να τη στηρίζει) στα γόνατα και έπαιζε επί πολλές ώρες (ως και ένα 24ωρο) συνέχεια. Γεννήθηκε το 1912 στο Αλλήσοφι του Καυκάσου, απ’ όπου ήρθε προσφυγόπουλο, με την οικογένεια του πατέρα του Λαζαρίδη Ηλία, το 1922, στην Ελλάδα, στο χωριό Μαυροπηγή Πτολεμαΐδας. Ως τα 29 του, δηλαδή μέχρι το θάνατο του διάσημου λυράρη πατέρα του (1941), ο Αναστάσης ζούσε στη σκιά του συνοδεύοντάς τον κυρίως ως τραγουδιστής. Αυτή την αγάπη του στο ποντιακό τραγούδι τη μετέδωσε στον κατά πολύ νεότερο πρωτεξάδελφό του, Άρη Λαζαρίδη. Ο Αναστάσης ο Ακούραστος μετά το 1941 έπαιζε τη λύρα του στην Πτολεμαΐδα και τα γύρω χωριά, αλλά και σε πάμπολλες ποντιακές γιορτές σε όλη τη Μακεδονία. Για τη μεγάλη προσφορά του στη διατήρηση της ποντιακής μουσικής παράδοσης, ο Αναστάσιος Λαζαρίδης τιμήθηκε από πολλούς καθώς και από την Εύξεινο Λέσχη Πτολεμαΐδας.

Λαζαρίδης, Ηλίας (ο Αλήσοφλης). Γεννήθηκε στο χωριό Αλήσοφι του Καρς, στο τελευταίο τέταρτου 19ου αιώνα, και πέθανε στην Ελλάδα, το 1941. Ήταν ο πιο ξακουστός λυράρης της περιοχής Καρς. Η φήμη του απλωνόταν σε όλα τα χωριά του Καρς. Ήταν εκπληκτικός λυράρης για το στήσιμο χορού. Έπαιζε πολύ εντυπωσιακά το χορό σέρα (τρομαχτόν). Τον συνόδευαν εκλεκτοί τραγουδιστές, όχι μόνο του χωριού του, αλλά και από άλλα χωριά. Οι συμπατριώτες του Αλησόφληδες είχαν ιδιαίτερη επίδοση στην απαγωγή όμορφων κοριτσιών. Στην ενέργειά τους αυτή έπαιρναν πάντα μαζί τους τον Ηλία. Η απαγωγή κάθε κοπέλας γινόταν με τους ήχους της μελωδικής λύρας και με το τραγούδι των απαγωγέων. Στην περιοχή Καρς ήταν πασίγνωστη αυτή η συνήθεια των Αλησόφληδων. Λεγόταν χαρακτηριστικά: «Αφορισμέν’ Αλήσοφληδες, όθεν έν’ έναν έμορφον κορίτσ’, θα κλέφν’ ατο», δηλαδή, φοβεροί αυτοί οι Αλησόφληδες, όπου πληροφορηθούν πως υπάρχε ι μια όμορφη κοπέλα, δε γλιτώνει, θα την κλέψουν. Ο Ηλίας δεν ήταν τραγουδιστής. Σπάνια, κάτω από την πίεση των φίλων του, με τη λιγοστή φωνή του δικαιολογούσε τραγουδώντας αυτή την αδυναμία του με το παρακάτω δίστιχο.

Εγώ είμαι α’ σ’ Αλήσοφι,
τ’ όνομα μ’ έν’ Ηλία
θα τραγωδώ και εντρέπουμαι
σα ξένα τα χωρία.

Από τον Ηλία έμαθε λύρα ο Στύλον Καρολίδης από την Τσάλκα (Τσαλπούρτς) αλλά και ο γιος του Αναστάσιος Λαζαρίδης, κάτοικος Μαυροπηγής Πτολεμαΐδας.

Λεπτοκαρίδης, Κωνσταντίνος(1890-1923). Λυράρης, γνωστότερος ως ο Τσαχούρτς (ο γαλανομάτης). Γεννήθηκε στο χωριό Χάλχατσι του Ακ Νταγ Ματέν, στο νομό Άγκυρας, και ασχολήθηκε από νεαρή ηλικία με τη λύρα. Πριν από τον ξεριζωμό ήταν κιόλας γνωστός όχι μόνο την περιφέρεια του Ακ Νταγ, αλλά και στην Τραπεζούντα, την Κερασούντα, την Οινόη κτλ. Το σπίτι του χρησίμευε επίσης και ως καταφύγιο στους Αρμένιους και τους αντάρτες της περιοχής. Σ’ αυτό κρύφτηκαν πολλοί καταδιωκόμενοι, όπως π.χ. ο καπετάν Σαμουήλ. Ο Τσαχούρτς Πέθανε σε ηλικία 33 ετών, κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής. Τον έθαψαν σε ένα λόφο του χωριού Σέρπεϊ, δίχως παπά.

Μπαϊρακτάρης Χρήστος (1906- 1981), Λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στην Κρώμνη του Πόντου, μεγάλωσε στην Τραπεζούντα κι εκεί έμαθε να παίζει λύρα και να τραγουδάει (με δάσκαλο το Δήμο Κωνσταντά). Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, αλλά αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα. Τραγουδούσε κι έπαιζε σε ποντιακούς συλλόγους, καθώς και στο ραδιοφωνικό σταθμό της Αθήνας. Ήταν, επίσης, μέλος του «Συλλόγου προς διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής». Υπήρξε μια από τις πιο αξιόλογες μορφές του ποντιακού τραγουδιού. Πέθανε στην Αθήνα.

Ουσταμπασίδης, Δήμος (Δήμον ο Βελβελές). Ένας από τους μεγαλύτερος λυράρηδες όλων των εποχών στον Πόντο. Αποκλήθηκε Ορφέας του Πόντου. Ο Φίλων Κτενίδης και ο Ηλίας Τσιρκινίδης έγραψαν ποιήματα για το Δήμο. Γεννήθηκε στην Κρώμνη.

Παπαβραμίδης, Νίκος. Διακεκριμένος Πόντιος λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1907, αλλά μεγάλωσε στην Τραπεζούντα, όπου εργαζόταν ο Κρωμναίος Πατέρας του. Έμαθε να παίζει λύρα από την ηλικία των 10-12 ετών. Η πρώτη λύρα του ήταν φτιαγμένη από τον ίδιο με κλωστές καρουλιού και έκανε τάχα ότι παίζει, προκαλώντας το ενδιαφέρον των μικρότερων παιδιών που έτρεχαν από πίσω του. Ο πατέρας του, όταν διαπίστωσε την αγάπη του για τη λύρα, παράγγειλε σε κάποιον μαραγκό να του φτιάξει μία, την οποία του την πήγε αποβραδίς τα κάλαντα. Από τότε αφοσιώθηκε στη λύρα και δεν ήθελε να πάει στο σχολείο. Όταν έμαθε ο δάσκαλος τι συνέβαινε, του είπε γελώντας: «Τα γράμματα φαντάγματα, υιέ μ’ την λύραν παίξον».

Το 1923, με την ανταλλαγή, έφηβος ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Το καράβι, στο οποίο πλήρωσαν ναύλο, τους άφησε στη Μακρόνησο, όπου έμειναν σε σκηνές τρεις μήνες, και από εκεί πήγαν και εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά. Μαζί του είχε και τη λύρα και άρχισε να παίζει, μαθαίνοντας τους σκοπούς των τραγουδιών από μεγαλύτερους λυράρηδες.

Παπαδόπουλος, Δημήτριος (1913- 1987). Παραδοσιακός οργανοπαίκτης κυρίως της ποντιακής λύρας, ο Μήτσον ή Μήτον, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι και γνωστοί του, γεννήθηκε στο Σερίκαμις του Καρς και το 1914 οι γονείς του, ο Παύλος και η Χριστίνα Παπαδοπούλου πήραν το μόλις ενός έτους παιδί τους και ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες. Εγκαταστάθηκαν για λίγους μήνες στο Κεφαλόβρυσο Ελασσόνας και στη συνέχεια στην Πτολεμαΐδα, πόλη στην οποία έζησε και έγινε διάσημος λυράρης ο Μήτσον ο κεμετσετζής. Ως κύριο επάγγελμα είχε αυτό του φωτογράφου, ωστόσο έγινε γνωστός για το βιρτουόζικο, αγνό και παραδοσιακό παίξιμο της ποντιακής λύρας, με την οποία ασχολήθηκε από πολύ νεαρή ηλικία. Λέγεται ότι από τα χρόνια της εφηβείας του θεωρούνταν φτασμένος οργανοπαίκτης, ενώ μαθήτευσε πλάι στο διάσημο λυράρη Ηλία Λαζαρίδη. Η συμπατριώτισσά του ποιήτρια Σοφία Κωνσταντινίδου-Σπάλα συνέθεσε στη μνήμη του δύο μοιρολόγια, ένα στην κοινή ελληνική και ένα στο ποντιακό ιδίωμα, από το οποίο προέρχεται η παρακάτω στροφή:

Πτολεμαΐδα, ορφάνεψες
η λύρα σ’ ετσακώθεν
και το τοξάρι σ’ έρημον
βαρέα επληγώθεν.

Παύλος ο Μουζενίτης (Στεφανίδης). Λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στη Μούζενα του Πόντου, το 1896, και πέθανε στο Κιλκίς, το 1938, όπου είχε εγκατασταθεί μετά τον ξεριζωμό. Ασκούσε το επάγγελμα του σιδερά, αλλά τον περισσότερο χρόνο του τον διέθετε στο παίξιμο της λύρας και στο τραγούδι. Τα αδέλφια του (ο Λάμπης, ο Σταύρον, ο Γιάννες) χόρευαν θαυμάσια τους ποντιακούς χορούς και ιδιαίτερα τη σέρα.

Σελαλίδης, Αγαθοκλής. Λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στη Σαμψούντα του Πόντου, το 1900, και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Μεγάλωσε στη Ρωσία και ως εξαίρετος λυράρης και τραγουδιστής διέδωσε στις περιοχές Σοχούμ, Βατούμ, και αργότερα στην Τασκένδη, το ποντιακό τραγούδι. Δεν ήταν μόνον εκτελεστής του ποντιακού τραγουδιού, αλλά και εξαίρετος στιχοπλόκος δίστιχων. Έγραψε και τραγούδησε πάρα πολλά ποντιακά δίστιχα με περιεχόμενο κοινωνικό, πατριωτικό και συναισθηματικό. Σ’ αυτά κυριαρχεί πάντοτε το ποντιακό θυμοσοφικό πνεύμα. Τραγούδησε τα γηρατειά με ιδιαίτερη συγκίνηση, αλλά θυμοσοφικά. Χαρακτηριστικό είναι το δίστιχό του:

Τα μαλλία μ’ ντ’ έσπριναν
ατό πα τέρτ’ κι εφτάγω,
με τα μαύρα έρθα εγώ
και με τ’ άσπρα θα πάγω.

(Ας ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
εγώ για δαύτο δεν πονάω,
με τα μαύρα ήρθα στον κόσμο,
με τ’ άσπρα στον Άδη θα πάω).

Οι σκοποί και τα δίστιχα του Α. Σελαλίδη έμειναν αλησμόνητα. Σύγχρονοι λυράρηδες και τραγουδιστές συχνά ζωντανεύουν τη μνήμη του δημιουργού τους.

Σταύρης Πετρίδης (1891-1949). Από στους γνωστότερους παλαιούς λυράρηδες του Πόντου, Υπήρξε μαθητής του μεγαλύτερου λυράρη του Πόντου, του Δήμου (Ουσταμπασίδη) που τον έλεγαν «Ορφέα του Πόντου». Γεννήθηκε στο Φαντάκ της Όλασας της Τραπεζούντας, όπου έζησε και το πρώτο μισό της ζωής του. Ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1922, και εγκαταστάθηκε στην Καλαμαριά. Ο Σταύρης από έφηβος ήταν ώριμος τεχνίτης της λύρας και ασύγκριτος τραγουδιστής, ικανός να καλύψει όλες τις καλλιτεχνικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις κάθε ποντιακού γλεντιού και διασκέδασης. Προκαλούσε το θαυμασμό όχι μόνο των Ποντίων αλλά και των Τούρκων. Στην Ελλάδα ήταν ο καλλιτέχνης που διέδωσε την ποντιακή μουσική και το τραγούδι όσο κανένας άλλος, ιδίως στο βορειοελλαδικό χώρο. Με τη λύρα του επισκεπτόταν και τα πιο απομακρυσμένο ποντιακά χωριά, παίζοντας και τραγουδώντας με ανιδιοτέλεια, για να ψυχαγωγήσει τους συμπατριώτες του. Είναι χαρακτηριστικό το δίστιχο, που τραγουδάει σ’ έναν από τους δίσκους του:

Ο Σταύρης ο κεμεντζετσής
με κάμποσα παιδία,
επαίρεν την παρέαν ατ’
κι εξέβεν σα χωρία.

Ο μουσικολόγος – μουσικός Παύλος Τσακαλίδης αναφέρει ότι ο Σταύρης, μέχρι το τέλος της ζωής του, παρέμεινε πιστός στα παραδοσιακά του βιώματα.

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *